ὑπάρχω

ὑπ|άρχω 1. начинать, быть зачинщиком; 2. ['изначально быть'] существовать, быть налицо

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑπάρχω" в других словарях:

  • υπάρχω — ὑπάρχω ΝΜΑ [ἄρχω] 1. έχω ύπαρξη, έχω υπόσταση, ζω, υφίσταμαι (α. «υπάρχει δικαιοσύνη» β. «σκέπτομαι, άρα υπάρχω» γ. «μηδενὸς αἰτίου ὑπάρχοντος», ΚΔ δ. «τοὺς ὑπάρχοντας... πολίτας ἐξαπατῶντες», Δημοσθ.) 2. (ως συνδετικό, στη νεοελλ. μόνον στον αόρ …   Dictionary of Greek

  • υπάρχω — υπάρχω, υπήρξα βλ. πίν. 223 Σημειώσεις: υπάρχω : η λόγια μτχ. ενεστώτα έχει επιβιώσει ως επίθετο (υπάρχων, ουσα, ον → αυτός που υπάρχει, ισχύει τώρα, στην τωρινή εποχή) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ὑπάρχω — ὕπαρχος subordinate commander masc nom/voc/acc dual ὕπαρχος subordinate commander masc gen sg (doric aeolic) ὑπάρχω begin pres subj act 1st sg ὑπάρχω begin pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπαρχώ — έω, Α [ὕπαρχος] είμαι ύπαρχος …   Dictionary of Greek

  • υπάρχω — [ипархо] р. быть, ■ существовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υπάρχω — υπήρξα, έχω υπάρξει 1. έχω ύπαρξη, ζω, υφίσταμαι: Υπάρχει Θεός. 2. είμαι, βρίσκομαι: Δεν υπάρχει στη ζωή η γιαγιά του. 3. ο πληθ. ουδ. μτχ., υπάρχοντα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπάρχῳ — ὕπαρχος subordinate commander masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηργμένα — ὑπάρχω begin perf part mp neut nom/voc/acc pl ὑπηργμένᾱ , ὑπάρχω begin perf part mp fem nom/voc/acc dual ὑπηργμένᾱ , ὑπάρχω begin perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπάρξαι — ὑπάρχω begin perf ind mp 2nd sg (doric ionic aeolic) ὑπάρχω begin aor inf act ὑπάρξαῑ , ὑπάρχω begin aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπάρξατε — ὑπάρχω begin aor imperat act 2nd pl ὑπά̱ρξατε , ὑπάρχω begin aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ὑπάρχω begin aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπάρξουσι — ὑπάρχω begin aor subj act 3rd pl (epic) ὑπάρχω begin fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὑπάρχω begin fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.